Μετά "Το ποτάμι με τα καραγάτσια" και το "Σχήμα Οξύμωρον ή η Λίζα και τα περίεργα μαρούλια" η Κανή Καραβά εισέρχεται στο κλάπ των μεγάλων συγγραφέων με το τρίτο κατά σειρά βιβλίο της με τον τίτλο «Ένας αιώνας… μια στιγμή»
Η έκπληξη ήταν ευχάριστη αλλά και αναμενόμενη καθώς η συμπατριώτισσα μας διαθέτει αδιαμφισβήτητα μεγάλο συγγραφικό ταλέντο.
Σήμερα μαζευτήκαμε εδώ, φίλοι, γνωστοί, αλλά και λάτρεις του καλού βιβλίου, για να γνωρίσουμε και να τιμήσουμε τη συγγραφέα παρουσιάζοντας το βιβλίο της, και προσωπικά την ευχαριστώ πάρα πολύ για την τιμή που μου έκανε να το παρουσιάσω μαζί με τη συνάδελφο την κ. Μάρα Τοπαρλάκη.
Πρόκειται για ένα κοινωνικό- ιστορικό μυθιστόρημα, η ιστορία του οποίου ξεκινά ένα αιώνα πριν. Στη χαραυγή του 1900 σε μια άλλη εποχή που αν και άγνωστη βιωματικά σε μας, μετατρέπετε σε γνώριμη μέσα από τον εύστοχο και άμεσο τρόπο καταγραφής και παρουσίασης, της ζωής των ηρώων του μυθιστορήματος, αλλά και των διαφόρων ιστορικών γεγονότων που διαδραματίζονται την εποχή εκείνη, πολλά εκ των οποίων έχουν άμεση σχέση με την εξέλιξη της ιστορίας.
Ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος, οι προδοσίες, η Μεγάλη Ιδέα, η επανάσταση της Κρήτης, η Μικρασιατική καταστροφή και δεκάδες άλλες ιστορικές αναφορές, δένουν αρμονικά με το βίο και την ιστορία των ηρώων του βιβλίου, που κι αυτοί, στο διάβα του χρόνου, γράφουν τη δική τους ιστορία.
Ένας από τους λόγους για τους οποίους θα χαρακτήριζα το βιβλίο αυτό ως ξεχωριστό, είναι ότι πέρα από την πολυσύνθετη πλοκή του, γεγονός που από μόνο του το καθιστά συναρπαστικό σ’ ότι αφορά την μυθιστορηματική δομή του, είναι όλα αυτά τα μοναδικά ιστορικά στοιχεία που όπως προείπα εμπλέκονται αρμονικά στον τρόπο ζωής των ηρώων. Πληροφορίες που έχουν να κάνουν, με τον τρόπο ζωής, τα ήθη και τα έθιμα των ανθρώπων, κυρίως στην περιοχή της Αττικής, όπου κατοικούν οι ήρωες του μυθιστορήματος, αλλά και οικιστικές πληροφορίες για την Αθήνα ένα αιώνα πριν.
Μέσα στις 400 περίπου σελίδες του βιβλίου αυτού, γινόμαστε κοινωνοί μιας μεγαλειώδους μεταμόρφωσης. Μια πόλη ρομαντική και αρχοντική, μεταμορφώνεται σε μια σύγχρονη και απρόσωπη πόλη του 21 αι.
Έχουμε λοιπόν μεταβολές στον τρόπο ζωής, αλλά και εξελικτικά στάδια της γλώσσας. Ο πλούτος της Ελληνικής γλώσσας, ξαναζωντανεύει μέσα στις σελίδες αυτού του βιβλίου, που όπως όλα δείχνουν η συγγραφέας γνωρίζει άριστα να τη χειρίζεται.
Από την καθώς πρέπει καθαρεύουσα, ο Ελληνισμός περνά στην απλοϊκή δημοτική. Αυτό το γλωσσικό πάντρεμα δένει αρμονικότατα με τους χαρακτήρες των ηρώων, που έχοντας ενεργητικό ρόλο ένα αιώνα και κάτι, είναι φυσικό να ακολουθούν την εξέλιξη της εποχής, να εκμοντερνίζονται, να δέχονται εξωτερικά ερεθίσματα και να διαμορφώνουν τον εκφραστικό τους λόγο, σύμφωνα με τις απαιτήσεις των καιρών.
Κι αυτό εκτιμώ πως είναι το δεύτερο πολύ σημαντικό στοιχείο στην στοιχειοθέτηση την άποψη μου ότι πρόκειται μια ένα ξεχωριστό βιβλίο.
Θα μου επιτρέψετε να σας διαβάσω ένα μικρό απόσπασμα για του λόγου του αληθές:
«Εχθές το απόγευμα ήμην εις την μπυραρίαν Ήβην και, αφού εκοπάνισα δύο μπύρας, μετεκόμισα εις το ζυθοποιείον Η Ωραία Ελλάς την ώραν που οι φανοκόποι άναβαν τα φανάρια του γκαζιού.
Ήμην, λοιπόν, εκεί και έπαιζα πόκερ με τον Τραιντάφυλλο Γκούρα. Ναι, ναι, μην εκπλήσσεσαι…. Προσωπικώς τον εκτιμώ τα μάλα και ενίοτε τον κάμνω χάζι. Έπρεπε να τον ιδείς! Με την πολύπτυχον φουστανέλαν του, τον περιποιημένον στριφτόν μύστακα αλειμμένον με την μαντέκα και τα περίεργα ελληνικά του !
Και εκεί, λοιπόν, που ήμεθα απορροφημένοι εις το παίγνιον, τι γίνεται λέγεις;
Μια σαίτα προσγεώνεται εις την παρειάν του αγαπητού φίλου, ο οποίος, ετοιμόλογος ων, γυρίζει και λέγει εις τον δράστην με στεντόρειαν φωνήν: «Ιδού , ιδού ο εωσφόρος ενεφανίσθη ενωρίτερον του αναμενομένου, ίδωμεν όμως νυν ποίος θα φροντίσει δια την σωτηρίαν της αμαλτωλής ψυχής σου εν ημέρα της κρίσεως, βρωμολεχρίτη!»
Συγχυσθέντες τα μάλα, διακόψαμεν το παίγνιον, καίπερ ήνημ έτοιμος να τον νικήσω κατά κράτος και να του πάρω τα ρέστα.
Στο απέναντι τραπέζι δε εκάθητο αυτός ο βουλευτής της ομάδας των Ιαπώνων, ο οποίος πλειστάκις συνελήφθη να χασμάται κατά τας συνεδριάσεις της Βουλής, ο ανεκδιήγητος ο Ρέπουλης.
Έπαιζε κοντσίνα με την παρέα του και κατά καιρούς μας έριπτε βλέμματα αποδοκιμαστικά, και. Ω του θράσους, εγείρεται της καθέκλας του και έρχεται ενώπιον μας την ώραν που απολαμβάναμε τον γλυκύν βραστόν μας και με ύφος είρον και χαμερπές λέγει εις τον Τριαντάφυλλον:
«Τι εργασίαν κάμνεις, εάν επιτρέπεται, αγαπητέ Γκούρα, πλην βεβαίως του χαρτοπαιγνίου;»
«Τι εργασίαν κάμνεις, εάν επιτρέπεται, αγαπητέ Γκούρα, πλην βεβαίως του χαρτοπαιγνίου;»
Προς στιγμήν εφοβήθην την αντίδρασιν του ομοτράπεζού μου, αψιθύμου και πληθωρικού όντος, ούτος όμως με το χιούμορ που τον διακρίνει του απαντά: «ρουφιόνος, αγαπητέ μου, ρου-φιό-νος!»
Ο Ρέπουλης μας εγύρησε τα νώτα και απεμακρύνθη πνέων τα μένεα. Κατόπιν τουτου, όπως αντιλαμβάνεσαι, ήτο αδύνατον να παραμείνομεν έτι και παρότρυνα τον Γκούραν να απέλθομεν, όπερ και εγένετο.
Εάν τρίτο στοιχείο είναι η πολιτισμικότητα των ηρώων. Άνθρωποι με διαφορετικές καταβολές, με διαφορετικά όνειρα, βιώματα, τρόπο ζωής, ανταμώνουν έτσι απόσβενα, οι ζωές τους περιπλέκονται σένα μοιραίο παιχνίδι ζωής, όπως μόνο η μοίρα ξέρει περίτεχνα να υφαίνει, άλλοτε συνθέτοντας και άλλοτε αποσυνθέτοντας στιγμές αγάπης, έρωτα, πάθους, μίσους, εξάρτησης, σε μια πραγματικότητα που για άλλους μπορεί να είναι πλασματική, για άλλους ονειρική και για άλλους απλά ρεαλιστική.
Θα μου επιτρέψετε και πάλι να σας διαβάσω ένα απόσπασμα από το βιβλίο, πολύ χαρακτηριστικό του πόνου της προσφυγιάς, του ξεριζωμού των υπερήφανων ελλήνων από τα πάτρια εδάφη της Μ. Ασίας, αλλά και του Πόντου. Ένας πονεμένος ξεριζωμός και ένας μακρύς και δύσκολος στη συνέχεια αγώνας στην μητέρα Ελλάδα των ηρώων του μυθιστορήματος μας, γνώριμος στις οικογένειες πολλών από εσάς μέσα σ’ αυτήν την αίθουσα.
Καθισμένη πάνω σε μια παλιά, δερμάτινη βαλίτσα στο λιμάνι του Πειραιά η Εριέτα παρατηρούσε σαν χαμένη τον κόσμο που έσπρωχνε και στριμωχνόταν, τραγικές φιγούρες κι αποστεωμένα φαντάσματα μιας άλλης εποχής, βγαλμένα, θαρρείς, από σουρεαλιστικό πίνακα. Γύρισε το κεφάλι από την άλλη μεριά και είδε τη συνέχεια του σουρεαλιστικού ονείρου που ζούσε εδώ και μερικές εβδομάδες. Μπροστά της απλωνόταν ένα απέραντο στρατόπεδο από σκηνές κι ανάμεσα τους εκατοντάδες άνθρωποι με σηκωμένα χέρια φώναζαν ονόματα δικών τους.
Ειρωνεία της τύχης, σκέφτηκε. Οι Ίωνες είχαν φύγει απ’ αυτήν εδώ τη γη χίλια χρόνια πριν από τη γέννηση του Χριστού, μετανάστευσαν στα παράλια της Μικράς Ασίας, πρόκοψαν, δημιούργησαν έναν από τους μεγαλύτερους πολιτισμούς και σήμερα, τρεις χιλιάδες χρόνια μετά, γύριζαν πίσω κυνηγημένοι, καθημαγμένοι και πεινασμένοι. Αυτός ο περήφανος λαός γυρνούσε πίσω με απλωμένο το χέρι της επαιτείας στη φτωχή μητέρα Ελλάδα.
Το ωραίο ελληνικό παραμύθι που είχε αρχίσει με την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, για να συνεχιστεί με τη συγγραφή των ευαγγελίων στα ελληνικά, είχε τελειώσει για πάντα.
Από τα πανάρχαια χρόνια μέχρι και στις μέρες μας, καθοριστικό ρόλο στη ζωή των ανθρώπων πάντα έπαιζε ο έρωτας και τα μυστικά του. Τα καλά κρυμμένα μυστικά, είτε γιατί η κοινωνία δεν μπορούσε να τα αντέξει, είτε γιατί δεν μπορούσαν να τα αντιμετωπίσουν.
Ο έρωτας, αυτός ο φτερωτός θεός, που με τα βέλη του δίνει δύναμη στους νέους μετατρέποντας τους σε μικρούς επαναστάτες, στις αρχές του 20 αιώνα φάνταζε αδύνατο αδιανόητο, σε μια γυναίκα να υψώσει το ανάστημα της απέναντι στη θέληση των γονιών της ή του συζύγου της. Η ηρωίδα μας όμως το τόλμησε, αποδεικνύοντας στην αρχή τουλάχιστον ότι δεν αποτελεί το κοινώς λεγόμενο αδύνατο φύλο, μιας και κατάφερε να κινήσει τα νήματα της ζωής πολλών ανθρώπων, με ορθόδοξο ή ανορθόδοξο τρόπο.
Οι επαναστάσεις όμως δεν φέρνουν πάντα τα επιθυμητά αποτελέσματα, κάποιες φορές γίνονται καταστρεπτικές και οι συνέπειες απρόβλεπτες, γι’ αυτούς που μένουν αλλά και γι’ αυτούς που φεύγουν αφήνοντας τα μάτια της ψυχής τους πίσω.
Είναι σαν τις πληγές που ποτέ δεν επουλώνονται στον πέρασμα του χρόνου, απλά σταματούν να αιμορραγούν για λίγο, μα πάντα κάνουν αισθητή την παρουσία τους. Ας μη ξεχνάμε πως οι πληγωμένοι άνθρωποι είναι έτοιμοι για όλα, ικανοί για τα έσχατα!
Αλήθεια τι χρώμα έχει η οδύνη;
Ποια η μυρωδιά του έρωτα;
Γαληνεύει ποτέ η ψυχή;
Σκεφτείτε, πόσο διαφορετικές απαντήσεις θα μπορούσε να δώσει ο καθένας από εσάς στα παραπάνω ερωτήματα, Όπως:
-Πριν γνωρίσει την οδύνη κι αφού τη γνωρίσει.
-Πριν οσφρανθεί τη μυρωδιά του έρωτα και αφού αυτή διαφεντέψει την ύπαρξη του.
-Όταν αποκτά τη γαλήνη της ψυχής κι όταν μάταια την αναζητάς.
Σαφώς και οι απαντήσεις θα είναι διαφορετικές, μιας και φαινομενικά μιλάμε για διαφορετικούς ψυχισμού.
Τι γίνεται όμως όταν σένα σώμα, σε μια ψυχή μπορούν να φωλιάσουν η οδύνη, ο έρωτα, παρέα με μια ταγμένη ψυχή;
Όταν οι ήρωες μας καλούνται να κάνουν την υπέρβαση, να παραδεχθούν την ήττα της ζωής τους, όταν αναζητούν τη συγχώρεση που οι ίδιοι δεν μπορούν να δώσουν στους εαυτούς τους;
Όταν το τραγικό το απευκταίο, ρίχνει τις μάσκες, όταν σε οδηγεί σε ψυχολογική ένδεια, τότε, η μόνη λύτρωση είναι και πάλι καλά κρυμμένη μέσα στην αγάπη .
Ένα συνονθύλευμα έντονων συναισθημάτων και δραματικών γεγονότων εξουσιάζει τις ζωές των ηρώων μας , γενιές ολάκερες, για να έρθει η στιγμή εκείνη που θα έρθουν όλα στο φως, που θα λάμψει η αλήθεια, που θα διαλυθεί το πέπλο του μυστηρίου που διαφυλάχθηκε ως κόρη οφθαλμού, αλλά και που στιγμάτισε αυτούς που είχαν τη γνώση, αλλά κι αυτούς που δεν την είχαν.
Ο καθένας από εσάς διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, θα φωτογραφηθεί σε κάποια σελίδα του, θα προβληματιστεί και ενδεχομένως να αναθεωρήσει πολλές από τις απόψεις του.
Ολοκληρώνοντας την αναφορά μου θα ήθελα να πω ότι δεν φρόντισα από ανάγκη ή από υποχρέωση να πω όμορφα λόγια για το βιβλίο αυτό, γιατί απλά δεν τα χρειάζεται. Ο δικός μου λόγος δεν έχει να του προσδώσει τίποτα. Από μόνο του αποτελεί ένα κομψοτέχνημα , ένα μυθιστόρημα που αν δεν φτάσεις στο τέλος του, δεν θέλεις να το αφήσεις από τα χέρια σου.
Ένα βιβλίο που πέρα από την απρόβλεπτη πλοκή του, τους δεκάδες ήρωες με τους διαφορετικούς χαρακτήρες, αποτελεί και ένα ιστορικό πλοηγό για όσους αγαπούν την ιστορία. Πραγματικά πρόκειται για μια εξαιρετική δουλειά.
Ίσως, αν δεν γνώριζα, από τις κατ΄ ιδίαν συζητήσεις που είχα με την κ. Καραβά, πόσο δύσκολη, πολύπλοκη, πολυσύνθετη και κοπιαστική ήταν η διαδικασία ανεύρεσης όλων αυτών των ιστορικών πληροφοριών, αλλά και η συρραφή τους μέσα στην διηγηματική πλοκή, ίσως και να μην μπορούσα να τα εκτιμήσω.
Ωστόσο, σήμερα χαίρομαι και καμαρώνω γι’ αυτήν και της εύχομαι από καρδιάς, δύναμη, για νέα εγχειρήματα στο μέλλον.
Ρένα Τρριανταφυλλίδου
δημοσιογράφος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου